Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»

Είναι μονάχα μια σύμβαση των νεότερων εποχών η απαίτηση ότι για να συμβιώσει ένα ζεύγος πρέπει να υπάρχει απαραβίαστη ερωτική έλξη ανάμεσα του.

Οι ρομαντικοί παραπλανημένοι θα πρόσθεταν μάλιστα ότι αυτή η ερωτική έλξη ανάμεσά στο ζεύγος σημαίνει κ αγάπη.

Ερωτική έλξη

Στο βάθος της ερωτικής έλξης βρίσκεται η ωμή φιληδονία καθώς και η ανάγκη για κάλυψη κάποιων συναισθηματικών αναγκών (πχ. αποφυγή της μοναξιάς) που ο χαρακτήρας τους είναι πλήρως ιδιοτελής.

Αν στην παραπάνω πρόταση αντί για τον όρο ερωτική έλξη χρησιμοποιούσα τον όρο έρωτα πολλοί ίσως ξενίζονταν και να υποστήριζαν ότι η ερωτική αγάπη είναι κάτι παραπάνω απ’την σεξουαλική έλξη. Aν θα τους ζητούσαμε όμως να προσδιορίσουν αυτό το κάτι παραπάνω, τότε τα πράγματα θα αποδεικνύονταν αρκετά δύσκολα για αυτούς.

Όταν οι έννοιες δεν αντανακλούν σωστά τα φαινόμενα που περιγράφουν τότε η σύγχυση είναι αναπόφευκτη.

Η ερωτική έλξη ως έννοια είχε δαιμονοποιηθεί κυρίως απ’τις θρησκείες και έπρεπε ο άνθρωπος να δημιουργήσει τον απατηλό μανδύα του έρωτα για να συγκαλύψει τη γυμνή φιληδονία της ερωτικής του επιθυμίας. Της ανάγκης για σαρκική απόλαυση.

Έπρεπε να πείθει τον εαυτό του ότι αγαπά το αντικείμενο του πόθου του ή να δηλώνει ότι είναι ερωτευμένος.

Η ανυπόστατη έννοια του έρωτα μάλιστα συχνά χρησιμοποιείτε σε αντιπαράθεση με την ερωτική έλξη, για να υποδηλώσει κάτι παραπάνω από σαρκική λαγνεία, κάτι που περισσότερο προσομοιάζει στην αγάπη.

Εδώ προκαλείται και όλη η σύγχυση.

Στην προσπάθεια μας να στολίσουμε την σαρκική έλξη με ευγενή χαρακτηριστικά και να την παρουσιάσουμε ως κάτι βαθύτερο τελικά πετύχαμε να υποτιμούμε την πραγματική αγάπη.

Η αγάπη μπορεί όντως να είναι κάτι περισσότερο από έρωτας, δηλαδή μια απλή ανταλλαγή σωματικών υγρών.

Όταν η ερωτική έλξη κατορθώσει να γίνει αυτό το κάτι παραπάνω, όταν μεταμορφωθεί σε αγάπη τότε παύει να είναι αμιγώς ερωτική.

Η ερωτική έλξη, αυτή η τόσο αποθεωμένη αίσθηση γεννιέται εύκολα και σβήνει εξίσου έτσι.

Είναι παροδική και φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν είναι αποκλειστική.

Δηλαδή όταν ποθούμε ένα σώμα είμαστε πάντα ικανοί να ποθήσουμε κι άλλα σώματα γύρω μας και να αναζητήσουμε ικανοποίηση σε αυτά.

Ακόμη κι όταν επιβαλλόμαστε με την ηθική μας και προσπαθούμε να δαμάσουμε αυτή την ζωτική μας λειτουργία και να την περιορίσουμε σε ένα μόνο άτομο, εξασκώντας κτητικότητα πάνω σε αυτό, ακόμη και τότε αποτυγχάνουμε.

Η φιλία αντίθετα, έχει τα χαρακτηριστικά της αγάπης που δεν μπορεί να έχει η ερωτική έλξη.

Αγάπη και φιληδονία

Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις.

Κι όμως θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές.

Όσοι εγκωμιάζουν την φιληδονία αποκαλώντας την έρωτα κρύβουν την χυδαία ακόρεστη λατρεία τους για ένα ένστικτο βαφτίζοντάς το διαφορετικά.

Η “αγάπη για το συνάνθρωπο” δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία; το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για την γνώση, για την αλήθεια; και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου; κουραζόμαστε με το παλιό, για ότι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμη πιο μακριά.

Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Μπορούμε να υποφέρουμε μέχρι κι απ’το παραπανίσιο και η ανάγκη να πετάμε, να προσφέρουμε μπορεί να πάρει το κολακευτικό όνομα αγάπη.

Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία. Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος και ονομάζει αγάπη την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος.

“Ο ένας είναι γεμάτος και θέλει να αδειάσει. Ο άλλος είναι άδειος και θέλει να γεμίσει. Την εγωιστική ένωση των δυο αυτών ανολοκλήρωτων όντων τολμούμε να την αποκαλούμε αγάπη”. Φ. Νίτσε.

Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα για την αγάπη γενικά, ισχύει κυρίως για την επονομαζόμενη σεξουαλική αγάπη.

Αυτή που εκφράζεται ως επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη.

Στην περίπτωση αυτή , αυτός που “αγαπά” θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να το εξουσιάζει απόλυτα.

Θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, θέλει να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το επιθυμητότερο αγαθό.

Αυτά τα στοιχεία του εξουσιασμού και της αποκλειστικότητας έρχονται σε αντίθεση με την έννοια της αγάπης, περιγράφουν απόλυτα όμως αυτό που ονομάζουμε έρωτα.

Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφορη αδικία και εγωιστική τάση της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές; Πως παρουσίασαν τον έρωτα ως κάτι αντίθετο του εγωισμού, όταν αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφραση του;

Βέβαια, υπάρχει και ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλο, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία.

Σε ένα καινούριο πόθο, σε μια υψίστη, κοινή επιθυμία ενός ιδανικού που τους υπερβαίνει και τους δυο τους.

Αλλά ποιος την γνωρίζει αυτήν την αγάπη; ποιος άνθρωπος την έζησε; Το όνομα της, το αληθινό της όνομα, είναι : ΦΙΛΙΑ.

Εξυμνούμε τον έρωτα όχι επειδή είναι ανώτερος απ’τη φιλία αλλά επειδή είναι πιο επιπόλαιος κ μέσα στην επιπολαιότητα του είναι στιγμιαία πιο έντονος. Και εφόσον ήμαστε και οι ίδιοι επιπόλαιοι επιδιώκουμε να αισθανόμαστε διαρκώς αυτό το ηδονικό συναίσθημα.

Τον εξυμνούμε γιατί στη δοσμένη μορφή που έχουν πάρει οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, για να διατηρηθεί η συμβίωση ενός ζεύγους πρέπει να διατηρείτε άσβεστη η ερωτική έλξη.

Γιατί μέσα σε αυτή τη μονογαμική κανιβαλιστική κτητικότητα του άλλου στην οποία επιδιδόμαστε θεωρούμε ότι η αγάπη από μόνη της δεν είναι αρκετή να συντηρήσει ένα δεσμό, πρέπει αναγκαστικά να υπάρχει ο διακαής σαρκικός πόθος ανεξάντλητος, απαράλλαχτος κ αποκλειστικά κατευθυνόμενος στο έτερον μας ήμισυ.

Αν το άτομο που μας ανήκει, δηλαδή το άτομο που αγαπούμε, αναζητήσει κι αλλού σαρκική ικανοποίηση τότε παύει να είναι δικό μας, χάνουμε την πρωτοκαθεδρία, θεωρούμε μάλιστα ότι χάνουμε κ την αγάπη του.

Είναι τόσο ερωτικά συγκροτημένες οι σχέσεις μεταξύ ατόμων του “αντίθετου φίλου” και έχουμε τόσο υποκαταστήσει την αγάπη με κάτι κατώτερο – τον έρωτα – που φτάνουμε στο σημείο να λέμε ότι “είναι αδύνατο να υπάρξει φιλία μεταξύ άντρα και γυναίκας επειδή η ερωτική έλξη θα την αποτρέψει”.

Ο Νίτσε όμως δεν καταδικάζει την σαρκική έλξη, απλώς την εκθρονίζει, τις αφαιρεί τα σύγχρονα ρομαντικά της άμφια και διευκρινίζει ότι η πραγματική αγάπη είναι κάτι διαφορετικό απ’τον έρωτα και ονομάζεται, φιλία.

Τελικά είμαστε μονάχα ικανοί για ακρότητες? ή θα ντρεπόμαστε για την σεξουαλικότητα μας καταδικάζοντας την ερωτική επιθυμία ή θα την θεοποιούμε ταυτίζοντας τον σαρκικό έρωτα με την αγάπη?

Η εξύμνηση της ερωτικής λαγνείας και η παρουσίαση του έρωτα ως μορφή της αληθινής αγάπης προκάλεσε τέτοια ογκώδη σύγχυση που σήμερα γύρω απ’το θέμα αυτό μπορείς να ακούσεις και τις πιο παράλογες απόψεις.

Σήμερα υπάρχουν αρκετοί που θεωρούν ότι όταν σε ένα ζευγάρι φτάσει να βλέπει φιλικά ο ένας τον άλλο τότε ο έρωτας σβήνει και αναμφίβολα θα έρθει ο χωρισμός.

Η κοινωνία μας όχι μονάχα εξυμνεί τον έρωτα λοιπόν, αλλά φτάνει σε σημείο να θεωρεί την πραγματική αγάπη εχθρό του.

Επειδή οι άνθρωποι έτσι όπως είναι διαμορφωμένοι είναι σχεδόν ανίκανοι να σχηματίσουν αυθεντικές σχέσεις μεταξύ τους, αναγκαστικά προσπαθούν να συγκρατήσουν τις μεταξύ τους σχέσεις πάνω στην επιπόλαια βάση της ερωτικής επιθυμίας.